δακρύοισιν

δακρύοισιν
δάκρυον
tear
neut dat pl (epic ionic aeolic)
δακρύ̱οισιν , δακρύω
weep
pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic)
δακρύ̱οισιν , δακρύω
weep
pres ind act 3rd pl (aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • λεχήρης — λεχήρης, ες (Α) ξαπλωμένος στο κρεβάτι, κλινήρης («λεχήρη σκοτίων ἐκ θαλάμων οἰκτροτάτοισιν δακρύοισιν», Ευρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λέχος + επίθημα ήρης (πρβλ. κλιν ήρης)] …   Dictionary of Greek

  • στάζω — ΝΜΑ 1. χύνω κατά σταγόνες, αφήνω υγρό να πέσει σταγόνα σταγόνα (α. «τού έσταξα κολλύριο στα μάτια» β. «ἱδρῶτα σώματος στάζων ἄπο», Ευρ. γ. «στάζουσι κόραι δακρύοισιν ἐμαί», Ευρ. δ. «Πατρόκλω... νέκταρ στάξε κατὰ ῥινῶν», Ομ. Ιλ.) 2. αφήνω να… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”